σεληνιακά

σεληνιακός
lunar
neut nom/voc/acc pl
σεληνιακά̱ , σεληνιακός
lunar
fem nom/voc/acc dual
σεληνιακά̱ , σεληνιακός
lunar
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σεληνιακάς — σεληνιακά̱ς , σεληνιακός lunar fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ημερολόγιο — Σύστημα μέτρησης του χρόνου σε ορισμένες περιόδους (έτη, μήνες, εβδομάδες και ημέρες). Η αρχή των αρχαιότερων συστημάτων για τον υπολογισμό του χρόνου συνδέεται, σύμφωνα με τις πιο έγκυρες γνώμες, με την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας …   Dictionary of Greek

  • αστροναυτική — Επιστήμη η οποία οφείλει την ανάπτυξή της στην προσπάθεια κατάκτησης του Διαστήματος. Η α. είναι το σύνολο των θεωρητικών ερευνών και των πρακτικών εφαρμογών σχετικά με την κίνηση οχημάτων στο Διάστημα, που ξεκινούν από τη Γη, προωθούνται με… …   Dictionary of Greek

  • πυρόξενος — ο, Ν συν. στον πληθ. οι πυρόξενοι (ορυκτ.) σημαντική ομάδα πετρογενετικών πυριτικών ορυκτών με διάφορες συστάσεις, μεταξύ τών οποίων κυριαρχούν οι πλούσιες σε ασβέστιο, μαγνήσιο και σίδηρο ποικιλίες και τα οποία είναι τα κύρια ορυκτά πολλών… …   Dictionary of Greek

  • σελήνη — (Αστρον.). Ο μοναδικός φυσικός δορυφόρος της Γης. Τα γενικά γνωρίσματα του ήταν γνωστά από την αρχαιότητα στους αστρονόμους, τα γεωλογικά όμως και φυσικά χαρακτηριστικά του μόλις τώρα αρχίζουν να αποκαλύπτονται με τα στοιχεία που πρόσφεραν οι… …   Dictionary of Greek

  • Μέτων — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος αστρονόμος, γεωμέτρης και μηχανικός. Ήταν ο εισηγητής της περίφημης μεταρρύθμισης του ελληνικού ημερολόγιου (433 π.Χ.) που βασιζόταν σε έναν σεληνοηλιακό κύκλο 19 ετών (εννεακαιδεκαετηρίδα). Ξεκινώντας από τη διαπίστωση… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.